Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

Η στιγμή της δημιουργίας


Απ’ το τραγούδι του ανέμου
και τ’ αγγίγματα των λέξεων
πάνω στις φυλλωσιές της μνήμης,
ψίθυροι με τα χρόνια μας ξεχώριζαν
στο εύφορο σπίτι της ψυχής κρυμμένους.

Γιατί πριν έρθει η νεροποντή, το σύννεφο,
τα δάκρυα ποτάμια που εκβάλονται
από τις λέξεις, πλεούμενα καράβια
διασχίζουνε την άνοιξη
όπου οι δεξαμενές του ονείρου συγκλονίζονται,
για να καρπωθούν επάξια τη γαλήνη.

Ξέρεις εσύ, αξεπέραστη στιγμή,
ξέρεις να εμψυχώνεις τους ανθρώπους
μ’ ένα λουλούδι της ψυχής
και η Θεϊκή μοσχοβολιά σου
σ’ όλους τους τόπους που ανθείς,
ύμνος της ομορφιάς
που πολεμάει να σου παραδοθεί…
Αστέρια ανήσυχα, μικρές δροσοσταλίδες,
ρίζες του κακού της λογικής
μες στην αγέραστη φύση
κατέχετε το αξεθώριαστο αλφάβητο
της καταπιεσμένης μας φωνής.

Φωνή διστακτική και γνώριμη,
κομμάτι των αγγέλων που αγγίζεις
μετά από ουράνια μυστική συνωμοσία,
αυτό το τέλειο των αιώνων μυστικό.
Σώθηκαν άραγε οι αλήθειες που μεγάλωσαν
απ’ την πλατιά ουσία των μικρών,
φανταστικών σου κόσμων;

Οι ταραχές του χρόνου μας μαλάκωσαν,
μας στέριωσαν στου ανέφικτου τη λάμψη.
Στην πράσινη πλαγιά των σκόρπιων φράσεων
γιατρεύονται οι πληγές των ονειροπόλων.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Χορεύοντας πάνω στο φεγγάρι


Τρελό νυχτέρι η βραδιά
στης μοίρας μου το κρίμα.

Κρατά η σελήνη τα κλειδιά

και σέρνεται στο κύμα.

Μια νεφελόσπαρτη βραδιά
πάλευες μες το κύμα.
Φεγγάρια έψαχνε η καρδιά
στου έρωτα το κτήμα.

Να σε κρατήσω μη μου ξεφύγεις.
Να σ’ ακουμπήσω κι ας καώ.
Ψυχή μου, αν γίνεις,
πώς θα κλάψεις;
Δρόμος μου, αν γίνεις,
πως να ρθώ;

Θρηνούσε εκείνη η βραδιά
δεν ήταν σαν τις άλλες.
Δροσοσταλίδες στάλαζε
πάθους γυμνές ψιχάλες.

Πώς να σ’ αγγίξω πριν μισέψεις;
Να σε φιλήσω πριν χαθώ.
Ψέμα μου, αν είσαι,
πως να το αντέξω;
Μες τα φεγγάρια
τη ζωή μου θα μεθώ.

Θρηνούσε εκείνη η βραδιά
δεν ήταν σαν τις άλλες.
Δροσοσταλίδες στάλαζε
πάθους γυμνές ψιχάλες.

Πώς να σ’ αγγίξω πριν μισέψεις;
Να σε φιλήσω πριν χαθώ.
Ψέμα μου, αν είσαι,
πως να το αντέξω;
Μες τα φεγγάρια τη ζωή μου θα μεθώ.

Ένα μυστήριο η βραδιά
θρύλος, που δεν ξανά ’δα.
Τ΄ αστέρια να πέφτουνε στη γη
λέξεις μες την αράδα.

Ένα μυθόπλασμα η νυχτιά
απ’ άστρα καμωμένη.
Το νου ολόνυχτα αγρυπνά
ζωή ονειρεμένη.

Να σε ζηλέψω πριν μισέψεις
να σ’ αγγίξω πριν τρελαθώ.
Όνειρο, αν γίνεις και πετάξεις,
ζωή μου σκόρπια θα χαθώ.

Vicky Kostenas Lagdos,
Dichterin
Zürich, 31. August 2011

Προσόδιον στην Καλλιστώ


Δυό στίχοι αδέσποτοι αναδιπλώνουν στην απουσία του φεγγαριού κύματα,
πεντοβολώντας μια σημαδούρα, που αναπολεί κι ανακαλεί παλιές σκέψεις.
Τα γέλια του κόσμου ξεχειλίζουν μπρός από ένα κοπάδι γλάρων
και διασκορπίζονται σ’ ένα ανελέητο κυνηγητό από λίκνισμα κυμάτων.
Ως κι ο ιδρώτας στέγνωσε απ’ τη μανία τ’ αγέρα, που σαν φυσά μ’ ορμή
ανατριχιάζει όλη η γη, σείεται του ουρανού το βλέμμα.
Κατά που θα κάνουμε τώρα, που ο ουρανός μας ξέμεινε από φεγγάρια
και η θάλασσα η πλατύγιαλη βαρέθηκε μες τα βαθιά μεσάνυχτα τ’ αστέρια να μετρά;
Για να’ χει η ζωή μας νόημα και ο αγέρας έμφυτη χάρη
να μας φυσάει τα όνειρα ελπίδες σαν φρέσκος ξεπροβάλει.
Κυματόθρεφτοι γλάροι καιροφυλαχτούν εκεί τα κρόσια σμίγουν
με τα φύκια στην προσπάθειά τους με κάθετη μακροβουτιά
στη θαλασσολίθια αλμύρα τη δίψα να στερέψουν.
Σαν ριπή οφθαλμού, εφορμώντας στη ράχη του αμφίδρομου κύματος.
Την ανάσα της κρατάει η σελήνη μόλις το κύμα αρχίσει να ξελασκάρει από θυμό,
πιάνοντας στο κατόπι του αγέρα το λίγειο χορό.
Λίγο πριν νυχτώσει το καλοκαιρινό ψιλόβροχο σαν αστραπή
περνά απ’ τις ριπές των οματιών για να χαθεί το αύριο μες τις δασόφυτες πλαγιές.
Σέρνει μαζί του μιαν ευχή στ’ αστέρι , που μετάνιωσε στην πτώση να υποκύψει.
Σαν να ’κουσα την άχνα του, που κουβαλούσε ο αγέρας μ’ ένα του χέρι στιβαρό
και στ’ άλλο το ζερβό κρατούσε κάνθαρο ερυθρωπό
τον κόσμο να πιεί ποθούσε απ’ το βαρέλι όλο σαν ένα παλιό
μελίρρυτο κρασί τόση και η ουγγιά σε κέφι. Πού να το βγάλει απ’ το μυαλό;
Όλα τ’ αστέρια ξαγρυπνούν σαν το φεγγάρι δε φανεί
για να χαράξει στον έρωτα τη ρότα.
Η ελπίδα όμως αδημονεί σαν θα χαράξει στης αυγής φώτα.
Άργησε απόψε να φανεί, μα η νύχτα επαγρυπνά και το προσμένει.
Στα φεγγάρια διηθίζονται οι θύμησες, σαν το κατώφλι της απογραφής φρεσκοδιαβούν.
Στα υγροκέλευθα φεγγάρια υπνοβατούν τα εύχροα και χροιανθή όνειρα,
πριν χαράξει να πρωτοστατήσει το πρώτο αστέρι της αυγής.
Οι ελπίδες πετούν ψηλά φορώντας του έρωτα τα κόκκινα πέπλα σε ήπτια πτήση
πάνω απ’ του νου τα χρώματα και της αιματοσταλιάς τη χαραξιά.
Επινέφελο διήθημα μιας εφιδρωμένης ελπίδας η αγάπη ακατανίκητη βαίνει εις το διηνεκές.
Της ηλικίας η σκόνη, όταν δεν μπορεί πια ν’ αγγίξει τ’ αγέραστα χρόνια,
περισκεπάζει τον ίσκιο του φεγγαριού με σκιάδια φιλιών κι αποζητά μια χάρη να της κάνει.
Το χέρι ολημερίς να της κρατά σαν το δείλι αποσταμένη καταλήγει
να ξαπλώσει σε σεντόνια ερωτικά.
Κι αυτή απ’ τ’ αποφάγια της ψυχής της στρώνει τραπέζι, προσκαλώντας την
να μοιραστεί και να γευτεί, τι έχει απομείνει στο σαλόνι.
Βιάζεται, ως και η γη είναι φευγάτη και τρέχει δαιμονισμένα κάτω απ’ τα πόδια μας.
Κι έτρεχα κι εγώ μαζί σαν τα τρένα, που σφυρίζουν στα χαμένα και θαρρείς
πως αργοβαίνουν κολλημένα στη γραμμή.
Πνίγεται η χαρά του ποιητή στα γέλια και στο κλάμα.
Φλόγα από ένα τρεμάσβεστο καντήλι με λιγοστό λιόλαδο,
ένα αναφιλητό του κύματος  για το μειδίαμα στου στίχου την αντιλαβή
και την εκατοβοδιά της ευόδιας Εκάτης.

Επιμύθιον
I made up my mind to collect the waves.
I said to myself that I’ m gonna go there
to get some feelings, mussels, winkles,
cockles and samphire together.

Vicky Kostenas Lagdos, Dichterin
Zürich, 30. August 2011


PS  Η Καλλιστώ ήταν μιά μικρή ορεινή Αρκάδια Θεά φίλη της Άρτεμης

Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011

Τέσσερα ποιήματα από τη Λίτσα Μόσκιου

 

ΑΚΡΟΒΑΤΗΣ

Ακροβατεί η ψυχή μου... πάνω σε σημεία στίξης…

ώρες ώρες αυτό το κόμμα….
γίνεται δρεπάνι...
και με θερίζει...
μια παρένθεση …
μου περιορίζει το όνειρο…
κάποια αποσιωπητικά με κάνουν να διστάζω …
ένα θαυμαστικό καρφώνεται στην καρδιά μου…
μια παύλα δε μ’ αφήνει πια να μιλήσω…
μια αγκύλη με απομονώνει ….
Κι ένα ερωτηματικό … συνεχίζει να κρατάει το σχοινί τεντωμένο …


Μα επιτέλους που είναι αυτή η τελεία …

Ποτέ δε μ’ άρεσε αλήθεια να γίνω ακροβάτης…


ΑΝΤΙΟ

Κάποτε ήταν ένα αντίο...

Σιωπηλό ... βουβό...
Ένα αντίο που δεν είχε φωνή...

Κι αν κάποιες φορές προσπάθησε να μάθει να μιλάει ...
Η ελπίδα του έκλεινε το στόμα...

Ίσως κατά βάθος φοβόταν να ανταμώσει την αγαπημένη μοναξιά του...
Και ξανά βούλιαζε στη συνήθεια του μείνε...


Κι όλο ψιθύριζε μέσα του ...
αντίο...
είμαι το αντίο...
Κι όμως ...
είμαι εδώ ακόμη...
χωρίς φωνή ... χωρίς τόλμη...

Κινδύνευε να εγκλωβιστεί μέσα στη συνήθεια της σιωπής...

Και τότε η ψυχή, του έδωσε τη φωνή της για να ακουστεί...

Ακούστε με .... Φώναξε ...
Αντίο .... είμαι το αντίο ....


Αντίο λοιπόν ....
Κι αγκάλιασε επιτέλους τη μοναξιά του ...

 
ΤΑ ΧΑΜΟΜΗΛΙΑ

Τα χαμομήλια ...παραμένουν χαμομήλια...
ποτέ δε γίνονται τριαντάφυλλα...
δε φυτρώνουν στις γλάστρες...
ποτέ δε θέλησαν να γίνουν τριαντάφυλλα...
ούτε την ομορφιά, ούτε το άρωμα άλλων λουλουδιών ζήλεψαν...
θα συνεχίσουν να φυτρώνουν ελεύθερα στους αγρούς...
πάντα ελεύθερα... έξω από γλάστρες…

Κι εγώ παραμένω εδώ…
μόνο εδώ…
στο δικό μου χωράφι…
ελεύθερη…


ΛΕΥΚΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ

Άλλαξε η εποχή…
Πήρα το χαμόγελό μου…
Το έπλυνα προσεχτικά…
Κάποιοι <<λεκέδες>> το είχαν λερώσει…
Το έβγαλα στον ήλιο να στεγνώσει…
Κι έπειτα το έκρυψα στη ναφθαλίνη…
Όταν θ’ αλλάξει ο καιρός…
Πάλι θα το φορέσω…
Πεντακάθαρο….
Λευκό χαμόγελο…
Λευκό σα χιόνι …

Λίτσα Μόσκιου

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

Ωδή στην Ευτέρπη

 
Ω, Μούσα των δασόπυκνων βουνών!
Στα ματόκλαδά σου πάνω οι κερασιές δένουν
τον πρώιμο εύχυμο καρπό για το φιλί των εραστών.
Αφήνοντας ένα μειδίαμα στης χαραυγής τ' αναφιλητό
για να 'χει η μέρα νόημα και η ζωή το φως της.
Και τι δε θα 'δινα στίχους σου στο στημόνι να 'δενα.
Δρόμους να παίρνω να ξεμακραίνω
και να γυρίζω στην ποταμιά
με τους θυσάνους της καλαμιάς
ν΄ αποστηθίζω πουλιών τραγούδια
να ξεσκιστώ μες τα παλιούρια
για τ' ανέμου το χορό της λυγαριάς.
Η αποψινή νυχτιά χτενίζεται με ασημένια χτένια.
Αριπρεπής ο Κίσαβος σου στέκει επιστεφής
Μα συ την πένα πιάσε μην πέσει καταγής.
Σήκω κι αγκάλιασε ό,τι έφυγε
μέσα από μιαν  ανάσα χρόνου.
Σύναξε τα ματόφυλλα στο ιερό λημέρι των Νυμφών
τα πρόσηλα αλώνια με ξανθοήλιαστα
άχυρα ωραίων εποχών.
Κι εγώ να φέρω πάω ένα χαμόγελο,
που άφησε ένα δάκρυ ν΄ αργοκυλήσει
απ΄ των ματιών την άκρη.
Ψάξε για ρίμες ποίησης, που γέννησε η Αλμπα
σαν της ημέρας έφεξε το φως το ερατεινό.
Ψάξε μέσα στο δείλι, που χάνεται
σταγόνες για να βρεις εύδιου φεγγαριού
για να 'χουν τ' αμπέλια αιτία κι αφορμή
τον πόνο τους να κλάψουν.

Vicky Kostenas Lagdos, Dichterin
25. August 2011

Ο χορός της μέρας


Μια καλημέρα στων βλεφάρων τη σιωπή,
που ο ήλιος συμπαρασύρει και παίρνει μαζί
στο μακρύ καυτό της μέρας του ταξίδι.
Καλοτάξιδες σκούτες με μάινα πανιά
ελπίδες αρμενίζουν για του μαΐστρου
την εύκαρπη κι εύγηρη χώρα.
Μια καλημέρα στο εύπνοο φιλί του μπάτη,
που τη γλυκιά του ανάσα δροσοσταλάζει
στην απάνεμη μπούκα με τα φύκια.
Καλημέρα στ΄ απόθεμα του ήλιου
μιας γραφτής μαρτυρίας τ΄ απόσπασμα,
στο ταξίδι απ΄ της άλμπα ως τ΄ ατλάζι απ΄ το δείλι.
Στις μύριες απειράριθμες μικρές στιγμές,
όπου ο κόσμος γίνεται μικρός τα κύματα αγγίζει
και στ΄ όνειρά του νόημα ευφημικό αρέσκεται να δίνει.
 Καλημέρα στις αόρατες χρυσόκλωστες στιγμές,
που τις ζωές με λόγια προσήγορα ενώνουν
και με άνθη της αρχαίας Ατθίδος
την ώρα του ευλίγειου λόγου περιανθίζουν
«Είρηκε απειρόκαλος!
Όταν τα ρήματα εν τη περιττή ταύτη καλλιεπεία
την συγγραφήν αγλαίζων, ως αυτόθεν ερείν
τη της λέξεως ηδονή τον ακούοντα».
Pero a mi bastano i pensieri,
che sono troppo pochi davanti al mare
nel vento e nel sale immensa.
Sono i nostri  pensieri,
che possiamo fare di pensare,
quando effettivamente vogliamo.

Vicky Kostenas Lagdos, Dichterin
Zürich, 28. August 2011




Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2011

Ένα ποίημα από τη Vicky Kostenas Lagdos

Lady in red

Πάρε ένα ροδοπέταλο
της αλιπόρφυρης μοναξιάς.
Μια θέση περίβλεπτη,
που ν’ αγκαλιάζει το φεγγάρι.
Πιο πάνω στάσου κι απ’ τα όνειρα
της πιο ψηλής ελπίδας κι απ’ το δάκρυ
του κόσμου της υπομονής την παρηγόρια.
Φύσηξε το μαΐστρο μέσα απ’ του κοχυλιού
την αυθιγενή παράσταση.
Με φρύγανα σαΐτεψε του Ζέφυρου
τη λίγεια θυγατέρα, που τ’ αναφιλητό
της άφησε στο κύμα σαν τούτη δόθηκε
στου παντεπόπτη Δία τη βιγκέρα.
Πάνω απ’ τη ράχη του κύματος
χαίρονται οι αέρηδες τη λευτεριά
και  την πνοή τους σέρνουν
στη σύναξη του Νότου και στ’ αθύρματα
μετά την κατασταλαγή του μούστου
μ’ ένα τραγούδι Λίνειο, Διονυσιακό.
Τ’ ανείπωτο κι ερωτικό απ’ της καλλίφωνης
ερπύστριας θάλασσας τ’ αλμυρό αναφιλητό.
Πάρε ένα τραγούδι απ’ το κοχύλι,
που σαν ηχεί, αδειάζει τη θάλασσα.
Πάρε της αλμύρας τ’ αλάτι,
που κούρνιασε στων χειλιών την άκρη
κι έχτισε εύκτιτα τα όνειρα της προσμονής.
Όσα με της ευχής το πρόσταγμα
οργιές ονείρων φτεροκοπούν στα πέλαγα
ως τα σχοινιά της πλώρης,
όπου η κροκόπεπλη Ηώ
απ’ του Ωκεανού το ρέμα ξεπροβάλει.
Πιάσε το μέλιχρo ρυθμό,
που θα σε φέρει στην από μύρια δώρα
θαλασσόβρεχτη αγκάλη των πόθων.
Μπες μες το λίγειο χορό
τον βέλτιστο του έρωτα
κι απίθωσε μια ελκυστική φιγούρα
μπροστά απ’ της Θέτιδας τα πόδια.
Μην αστοχείς μια προσευχή
στην εύπλοη αναλαμπή να κάνεις
για την ανάκαμψη του αδήριτου πόνου
απ’ τη μελαγχολία του θεϊκού Νότου .

Vicky Kostenas Lagdos, Dichterin
Zürich, 25. August 2011


Το ποιητικό μου έργο καθ΄ ολοκληρία είναι κατοχυρωμένο σε δικηγορικό γραφείο της Ζυρίχης... Η όποια υφαρπαγή στίχων μου συνεπάγεται και ισοδυναμεί με σοβαρές συνέπειες.