Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής: "Κονσέρτο για σιωπή" του Γιάννη Σμυρλή.


Οι εκδόσεις “Ηριδανός” σας προσκαλούν
στον πολυχώρο των εκδόσεων “ Άγκυρα”
την Τετάρτη 13 Μαρτίου και ώρα 19:00'
στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής:
"Κονσέρτο για σιωπή" του Γιάννη Σμυρλή.

Θα μιλήσουν:
Κώστας Γεωργουσόπουλος, συγγραφέας - κριτικός
Γιώργος Δουατζής, ποιητής
Σπύρος Αραβανής, ποιητής, δημοσιογράφος, εκδότης του περιοδικού "Ποιείν".

Θα απαγγείλουν:
Μάνος Βακούσης, ηθοποιός
Εσμεράλδα Γκέκα, ποιήτρια

Την εκδήλωση θα συντονίσει η Γεωργία Δρακάκη, συγγραφέας, αρχισυντάκτρια του “City Vibes”.

Στο μουσικό μέρος της βραδιάς, η Γιούλη Περβολαράκη (πιάνο-φωνή) και ο Σπύρος Βρυώνης (τσέλο).

Πολυχώρος των εκδόσεων “ Άγκυρα”
Σόλωνος 124, τηλ. 210 3837540 - 210 3837667

Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

«ΧΩΡΙΣ ΟΡΙΖΟΝΤΑ» από την Άννα Ιωαννίδου


Στον ορίζοντα βίαιες ανατροπές.
Γίναμε τα πειραματόζωα των «οίκων αξιολόγησης».
Αναλώσιμα υλικά σ’ έναν ακήρυχτο πόλεμο.
Άλλοι ελέγχουν την ανάσα μας,
ληστεύουν το μέλλον.
Ο κύκλος της ζωής σ’ απορύθμιση.
Κι εμείς πρόσωπα βουβά, ανέκφραστα,
κέρινα ομοιώματα.
Μαχαιρωμένες οι αισθήσεις
κι οι επαναστάσεις στριμωγμένες σε δελτία ειδήσεων.

Στον ορίζοντα οσμή απελπισίας.
Γίναμε θλιβερά ποσοστά στις στατιστικές του παραλόγου.
Παράπλευρες απώλειες μέτρων θανατηφόρων.
Μια θηλιά στο λαιμό,
οι νόμοι της αγοράς.
Κι η ανεργία να καλπάζει,
μια ύαινα που διψά για σάρκα.
Το αίμα μας
σπονδή στο βωμό μιας σκηνοθετημένης κρίσης.

Στον ορίζοντα περιπλανώμενος θάνατος.
Τώρα γίναμε σκιές σωμάτων.
Λαβωμένοι απ’ τους μισθούς της πείνας,
αποχαιρετούμε τ’ όραμα.
Καταδικασμένοι σε ισόβια απόγνωση,
τραβούμε κόκκινη γραμμή στην ελπίδα.
Η ζωή μας σ’ οξύμωρους κύκλους.
Χωρίς ορίζοντα…

Κυκλοφόρησε η Ποιητική συλλογή της Μαρίας Κολοβού-Ρουμελιώτη, από τις Εκδόσεις Ωρίωνας.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Δεν έμαθα ποτέ να υποκρίνομαι
μιλούσα πάντα τη γλώσσα της αλήθειας.
Μα όσο κι αν πόναγαν τα λόγια μου,
όσο και αν νανούριζαν αθώους,
εγώ σταυρό κουβάλαγα στους ώμους μου
ως σύγχρονος Ιησούς,
που τη φωνή μου ολίγοι αναγνώρισαν. 

«Χαιρετίσματα & ευχές» από τον Ηρακλή Λαμπαδαρίου.


Σε μια μουντή, άχρωμη πόλη όπου η καθημερινότητα καλπάζει με φρενήρεις ρυθμούς, ένας μικρός μαθητής παίρνει μια γενναία απόφαση: να σκορπίσει ευχές και χαιρετίσματα σε όλους τους συμπολίτες του. Είναι μόνος του, αλλά δεν το βάζει κάτω. Προσπαθεί, επιμένει, σκέφτεται με δημιουργικότητα και φαντασία. Θα τα καταφέρει; Η απάντηση σας περιμένει στο καινούριο παραμύθι του Ηρακλή Λαμπαδαρίου με τίτλο «Χαιρετίσματα & ευχές» που απελευθερώθηκε από τις εκδόσεις Σαΐτα!

Μπορείτε να κατεβάσετε δωρεάν το ψηφιακό βιβλίο από τη διεύθυνση http://www.saitapublications.gr/2013/02/ebook.22.html (σε μορφή .pdf) ή να το διαβάσετε σε μορφή εικονικού βιβλίου, χωρίς να κατεβάσετε το αρχείο, μέσω της διεύθυνσης: http://www.issuu.com/saita.publications/docs/chairetismata_kai_euxes  

Με εκτίμηση,
Κωνσταντίνα Χαρλαβάνη
Φιλόλογος-Συνεργάτης των Εκδόσεων Σαΐτα

" Ένα κλωνί βασιλικό " του Λάσκαρη Π. Ζαράρη.


   Ήτανε εντελώς ανυποψίαστη, καθώς βάδιζε στον δρόμο με τη νεανική της απερισκεψία. Ανέμελη κι ευτυχισμένη, περπατούσε με ανάλαφρο βήμα για το καθημερινό μάθημά της. Ήταν μεγάλη η χαρά της να πιάσει τις βελόνες, τα υφάσματα, τα πατρόν, τις κλωστές και μπροστά στη ραπτομηχανή να ονειρεύεται.
   Κάθε πάτημα του ποδιού κι ένα γαζί, κάθε λεπτή κλωστή, πέρασμα της τέχνης της σ’ ένα φόρεμα, που περιποιημένο, κομψό και γουστόζικο έβγαινε απ’ τα χεράκια της. Ύστερα θα δοκιμαζόταν στο σώμα της, αφού προηγουμένως θα είχε τελειοποιηθεί.
   Εκπαιδευόμενη ράφτρα αλλά και μοντέλο η όμορφη κοπέλα, που ονομαζόταν Χαρίκλεια, ήταν αρκετά λεπτεπίλεπτη, καθόλου καμπυλωτή, σχεδόν άσαρκη. Κι αν κάποια βελονιά ξέφευγε απ’ τη μοδίστρα, την Ηρώ, και τσιμπούσε για λίγο την απαλή της σάρκα, τιναζόταν προς στιγμή η κοπέλα αναστενάζοντας:
   «Αμάν, βρε κυρία Ηρώ! Πάλι με καρφιτσώσατε!».
   Την κυρά Ηρώ την έπιαναν τα γέλια και τής απαντούσε πειραχτικά αλλά με καλοσύνη:
   «Ποιος σου είπε, βρε κορίτσι μου, να είσαι τόσο αδύνατη; Βάλε μερικά κιλά πάνω σου να σε θαυμάζουν οι νεαροί! Μου φαίνεται πως εσύ είσαι η εξαίρεση των γυναικών της Σμύρνης!».
   Κατά τη διάρκεια εκείνων των γυναικείων συγκεντρώσεων στο σπίτι της Ηρώς, όπου η εκμάθηση της ραπτικής συνδυαζόταν με τον πρωινό καφέ, τα κορίτσια ήταν πιο χαλαρά και φλυαρούσαν αρκετή ώρα. Κάποιες δυσάρεστες κουβέντες τούς έβαζαν σε σκέψεις, τη Χαρίκλεια ειδικά, όταν είχαν νέα πως ο ελληνικός στρατός υποχωρούσε. Μα ποιος στ’ αλήθεια πίστευε αυτές τις ανακριβείς και κακόβουλες πληροφορίες μέσα στο γενικότερο κλίμα αισιοδοξίας που επικρατούσε; Κι όταν μια τέτοια συζήτηση ξεκινούσε, μετά από λίγο σταματούσε, γιατί τα άλλα κορίτσια αισθάνονταν τον καημό της Χαρίκλειας που τη βούλιαζε σε παγερή σιωπή. Ήταν σαν πέτρες που έπεφταν πάνω σ’ ένα τζάμι και το έσπαγαν· αυτό πίστευε η Χαρίκλεια κι έλεγε με σοβαρότητα ότι όσοι μεταδίδανε ανάλογες ειδήσεις, το κάνανε σκόπιμα για να φοβίσουν τον κόσμο!
   Ο έρωτας, όμως ήταν η αιτία γι’ αυτές τις σκέψεις της κοπέλας. Το δικό της παλικάρι, ο Αντώνης, ένας δεκανέας απ’ το Κιλκίς, ποτέ δε θα έκανε πίσω, δε θα  δείλιαζε μπροστά στον τούρκικο, ανοργάνωτο στρατό. Μέσα στα βάθη της Ανατολίας το δύστυχο παιδί πάλευε με όλες τις στερήσεις της ερήμου, παίζοντας επικίνδυνο κρυφτούλι και κυνηγητό.
   Η κυρία Ηρώ τη συνέφερε πολλές φορές απ’ τις ονειροπολήσεις της:
   «Χαρίκλειά μου, ποιος ξέρει αν θα ξαναδείς το παλικάρι σου! Έχουν φτάσει στην Αλμυρά έρημο και πολεμάνε όλοι τους με χίλια στοιχειά!».
   Τότε ο φόβος φώλιαζε στην ψυχή της κοπέλας, που με αγωνία ρωτούσε συνεχώς να μάθει κάποια νέα απ’ το μέτωπο και μονάχα να ελπίζει μπορούσε πως θα ξανάβλεπε τον αγαπημένο της φαντάρο. Αναστέναζε και προσευχόταν:
   «Αχ, κάνε Θεέ μου, να έρθουν όλα βολικά!».
   Μα πάλι της ράφτρας Ηρώς κάτι τής ξέφευγε -άθελά της, δεν το επιδίωκε- αλλά ίσως αυτό να έκανε καλό στη Χαρίκλεια, που στάλαζε λίγο-λίγο στην ψυχή και στο μυαλό της φάρμακο ή φαρμάκι από’ τον κόσμο των ενήλικων, που στις περισσότερες περιπτώσεις σκέφτονται πιο ρεαλιστικά τα πράγματα.
   «Μπορεί ο Αντώνης και τα άλλα παιδιά να πολεμάνε με θάρρος κι ανδρεία, αλλά δεν ξέρεις ποτέ τι αποφάσεις παίρνουν ξαφνικά οι πολιτικοί κι οι στρατιωτικοί. Έτσι μπορεί να έρθει μία μέρα των ημερών κάποια διαταγή που να ορίζει ν’ αποσυρθούν τα ελληνικά στρατεύματα απ’ τη Μικρά Ασία. Κι αν εγκαταλείψει ο στρατός την Μικρά Ασία, ουαί κι αλίμονο σ’ όσους μείνουνε εδώ· παιχνίδι θα γίνουνε στα χέρια των βασανιστών Τούρκων».
   Μια μέρα λοιπόν, που δεν άργησε πολύ, πραγματοποιήθηκε η δυσοίωνη πρόβλεψη της κυρίας Ηρώς. Η Χαρίκλεια, ένα πρωινό, όπως συνήθιζε κάθε μέρα, έφυγε από’ το σπίτι της στα Σώκια για να πάει στο σπίτι της ράφτρας, βαμμένη και περιποιημένη, μια μικρή κοκεταρία. Στα μισά της διαδρομής τη φωνάξανε δυο-τρεις συγχωριανοί της με τρομαγμένα μάτια και φωνή επιτακτική και αγχώδη:
   «Οι Τούρκοι έρχονται, στης μοδίστρας για ράψιμο πας; Γρήγορα, στο σπίτι σου!».
   Σε λίγα λεπτά η μόνη φράση που άκουγες μέσα στα Σώκια ήταν αυτή ακριβώς:
  «Έρχονται οι Τούρκοι, φτιάξαν, φτιάξαν οι Τούρκοι!».
   Η γενική ανησυχία μεγάλωνε, απλωνόταν σαν πλατιά σκιά σε μάτια ξαφνιασμένα, σε πρόσωπα ποτισμένα απ’ την απειλή, σε χέρια που δεν ξέρανε ποιον ν’ αγγίξουνε και να δώσουνε τρυφερότητα, γιατί πλέον όλοι βρισκότανε στην ίδια μειονεκτική θέση· δύσμοιροι άνθρωποι που ξεκινούσαν την τραγική Οδύσσειά τους.
   Ο πατέρας της Χαρίκλειας έλειπε στο Παλατζίκ όπου νοίκιαζε συκεώνες κι είχε και πολλούς εργάτες για τη συγκομιδή των φημισμένων λευκών, χοντρών και πολύ γλυκών σύκων. ΄Ετσι άρον-άρον, με την ψυχή στο στόμα, μ’ ένα μπογαλάκι στον ώμο με τα απαραίτητά τους και κυρίως μ’ ό,τι χρυσά κοσμήματα και τούρκικα νομίσματα μπορέσανε να κρύψουνε πάνω τους, μπήκανε μέσα στα βαγόνια των τρένων ο ένας πάνω στον άλλον οι συγχωριανοί.
   Τι πραγματικά να πρωτοσκεφτεί το καημένο το κορίτσι, τον πατέρα της ή τον αγαπημένο της Αντώνη; Η Χαρίκλεια με τη μάνα της, τη Βασιλεία και τον αδελφό της, τον Χριστόφορο κατεβήκανε στη Σμύρνη και πήρανε τους δρόμους, ώσπου σκέφτηκαν μία θεία της κοπέλας που έμενε στη συνοικία του Φασουλά· μια φαντασμένη αριστοκράτισσα, που τους φέρθηκε άσχημα τις δύσκολες αυτές στιγμές και τους έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα. Ένας καλοκάγαθος άνθρωπος που συνάντησαν στο δρόμο τους, τούς λυπήθηκε και τους είπε να κατευθυνθούν προς το Μερσινλί, ένα προάστιο της Σμύρνης όπου δεν είχαν φτάσει ακόμη εκεί οι Τούρκοι. Μια πόρτα ενός σπιτιού άνοιξε απρόσμενα, μπήκανε σ’ ένα σκοτεινό και βουβό χώρο και λουφάξανε επί δύο μερόνυχτα.
   Απ’ τον δρόμο αυτό κατέβαινε συνέχεια ελληνικός στρατός. Ήταν στρατιώτες με δεμένα πίσω απ’ την πλάτη τα χέρια τους, αδυνατισμένοι αιχμάλωτοι, ταλαιπωρημένοι απ’ τις κακουχίες της εκστρατείας αλλά και τραυματίες που αναρωτιόνταν κανείς πού έβρισκαν τη δύναμη και φώναζαν αυτά «τα ανθρώπινα εξαντλημένα ερείπια»; Μόνο κάποια μάτια που φώτιζαν σαν μικρές λαμπάδες, φανέρωναν την παλιά γενναιότητα και το ακμαίο ηθικό των παλικαριών, που τώρα μονάχα οι θλιβερές σκιές τους είχαν απομείνει! Φώναζαν με φωνές αράγιστες να τους ακούσει όλος ο κόσμος:
   «Τρέξτε, κρυφτείτε, κρυφτείτε!».
   Τους είχε καταλάβει ο φόβος ότι τώρα που φεύγανε εκείνοι απ’ τη Σμύρνη, χίλια δεινά θα περνούσαν οι Έλληνες κάτοικοι, απ’ τους τυφλωμένους απ’ το μίσος για εκδίκηση Τούρκους.
   «Ας είναι καλά ο Αντώνης μου… ας ζει… κι ας βρίσκεται ανάμεσα στους αιχμαλώτους και τους τραυματίες!», σκεφτόταν η  Χαρίκλεια.
   Η καρδιά της κι η ψυχή της, όμως αντιδρούσαν και πονούσαν αφόρητα.
   «Όχι, δεν ταίριαζε στον Αντώνη να περάσει αμέτρητους εξευτελισμούς σαν αιχμάλωτος, καλύτερα νεκρός μα ελεύθερος!».
   Κι ύστερα μετάνιωνε πάλι για τις σκέψεις της κι άρχιζε τα κλάματα· δεν ήξερε πραγματικά τι ήθελε, όλη αυτή η αναταραχή των γεγονότων είχε κλονίσει την ψυχολογία της.
   Επιτέλους ανέβηκαν σ’ ένα κάρο με πληγωμένες τις ψυχές τους, σχεδόν ματωμένες. Η Χαρίκλεια με μάτια κόκκινα απ’ τα κλάματα, η μάνα της να τρέμει απ’ την ανησυχία και την αβεβαιότητα, ενώ ο μικρός της αδελφός να μην καταλαβαίνει ακριβώς τι γίνεται… Να απαιτεί εδώ και τώρα:
   «Θέλω το παιχνίδι μου! Χωρίς αυτό δεν πάω πουθενά!».
   Η μάνα του τον τραβούσε απ’ την μπλούζα, τον συμβούλευε:
   «Έλα στα συγκαλά σου, εκεί που θα πάμε, θα βρούμε μπόλικα παιχνίδια και πιο καλά!».
   «Σαν το φορτηγάκι μου δε θα βρεθεί καλύτερο!», επέμενε το πεισματάρικο παιδί, ώσπου ο αραμπατζής* έχασε την ψυχραιμία του και του φώναξε αγριεμένος:
   «Ανέβα πάνω ντε να φύγουμε!».
   Η κόρη του αραμπατζή τον πήρε με το καλό και του έταξε μια καραμέλα. Ένας άγνωστος ξένος στρατιώτης κατάλαβε τι γινότανε κι έδειξε στο παιδί τη θήκη του πιστολιού του. Ο μικρός τρόμαξε, κουλουριάστηκε στη γωνιά του, αλλά η κόρη του αραμπατζή, που τον είχε συμπαθήσει, του είπε πως αν κάτσει ήσυχα, ο στρατιώτης θα του δώσει μετά το πιστόλι του να παίξει μ’ εκείνο!
   Ήταν κάποιες αστείες σκηνές που σε φυσιολογικές συνθήκες ζωής, θα έκαναν όλους να γελάσουν. Μα φαίνεται ότι το γέλιο το απόδιωχνε η ψυχή σαν κατάρα, τα μάτια το απέφευγαν σαν απειλή και τα χέρια το μαδούσαν σαν μαργαρίτα. Μόλις πήγαινε να εμφανιστεί στα χείλη, τα δόντια το δάγκωναν, τα χείλη μάτωναν κι η γλώσσα αλμύριζε κι έφτυνε το άχρηστο χαμόγελο. Η λύπη γέμιζε το βλέμμα και το πρόσωπο, μούτρωνε τα μάγουλα, τα βαθούλωνε, τα ρυτίδωνε, τα χαράκωνε με τη λεπίδα μιας βαριάς μοίρας.
   Ο Χριστόφορος, εκτός από πεισματάρης ήταν και ξεχασιάρης· άφησε ένα μπογαλάκι μ’ ό,τι πιο πολύτιμο είχε κι έβαλε τις φωνές στην αδελφή του, τη Χαρίκλεια, πως έφταιγε εκείνη γι’ αυτό! Το παιδί είχε φοβηθεί απ’ τον ξένο στρατιώτη, ο οποίος το περιεργαζόταν και το κοιτούσε βαθιά με το γαλάζιο, επίμονο, διαπεραστικό βλέμμα του. Έτσι, δεν του έφτανε που ξέχασε στα Σώκια το φορτηγάκι του· μία πρόχειρη κατασκευή από σκληρό, χοντρό σύρμα και ξύλινες ρόδες κι αμάξωμα, άφησε τα υπόλοιπα παιχνίδια του πάνω στην άμαξα· μερικούς γυαλιστερούς βόλους που άφηνε να συγκρούονται μεταξύ τους έξω στην αυλή του σπιτιού τους· ένα παιχνίδι πολύ διασκεδαστικό.
   Εκείνη την ώρα άρχισαν να πέφτουν βροχή οι σφαίρες απ’ τους αντάρτες και χωθήκανε για να γλιτώσουν μέσα σ’ ένα αμερικάνικο βενζινάδικο. Ο μικρός έμπηξε τα κλάματα, χτυπούσε καταγής χέρια και πόδια. Η Χαρίκλεια κι η Βασιλεία προσπαθούσαν να τον ηρεμήσουν, χωρίς να τα καταφέρουν. Η κοπέλα δεν έβρισκε άλλη λύση και θαρραλέα ξεμύτισε απ’ την κρυψώνα τους, πήγε να ψάξει στο κάρο για τα πράγματα του αδελφού της. Και τι είδε τότε; Πώς άντεξαν τα μάτια της σ’ αυτό που έβλεπαν;
   Ο αραμπατζής*, ο στρατιώτης και το άλογο έμεναν ακίνητα, χωρίς πνοή, νεκρά. Το μπογαλάκι βρίσκονταν εκεί ακριβώς που το είχε απιθώσει το παιδί. Πίσω της ακούστηκε μια φωνή, η Χαρίκλεια γύρισε ξαφνιασμένη: «Τι κάνεις, παιδί μου;». Δυο άτακτοι Τούρκοι στρατιώτες είχαν πάρει είδηση την κοπέλα κι άρχισαν να την κυνηγούν, την πρόλαβαν κι εκείνη λαχανιασμένη για να σωθεί, τούς έδωσε το πορτοφόλι της.
   Όταν επέστρεψε στο βενζινάδικο με κομμένα πόδια απ’ το φόβο, βρήκε τη μάνα της και τον αδελφό της να κλαίνε απαρηγόρητοι. Δεν πίστευαν στα μάτια τους ότι ήταν ζωντανή.
   «Δεν σε σκοτώσανε;», τής είπε η μάνα της έκπληκτη κι ύστερα την μάλωσε: «Άμυαλη! Μ’ αυτά που κάνεις θα σε χάσουμε!».
   Ο Χριστόφορος, όταν είδε το μπογαλάκι του στα χέρια της αδελφής του, έπεσε στην αγκαλιά της κι άρχισε να τη φιλά. Ούτε που του πέρασε από το μυαλό ότι αν σκοτώνανε την αδελφή του, θα τη σκοτώνανε για μερικά άψυχα αντικείμενα· μερικούς βόλους, ένα-δύο ξύλινα αλογάκια που το παιδί με τη φαντασία του έβλεπε πως ίππευε ο αντισυνταγματάρχης Πλαστήρας, ο φοβερός διοικητής των Ευζώνων, ο «μαύρος καβαλάρης».
   Όταν μάθανε πως έφτασε ο τακτικός στρατός, ηρεμήσανε κάπως, βγήκανε απ’ το βενζινάδικο και πήγανε στη βορειοανατολική γωνιά της προκυμαίας, στην Πούντα, ελπίζοντας να μπαρκάρουνε με την πρώτη ευκαιρία. Κρυφτήκανε μέσα σε κάτι αποθήκες με πυρομαχικά, αλλά ο φόβος τούς κύκλωνε συνεχώς, τους έσφιγγε δυνατά το λαιμό. Η αρμένικη συνοικία φλεγόταν, αργά ή γρήγορα η φωτιά θα έφτανε μέχρι εκεί, να τους τινάξει όλους στον αέρα. Κανείς δεν κουνιόνταν απ’ τη θέση του· είχαν ακινητοποιηθεί τα σώματα μες στα πηχτά σκοτάδια, δίπλα απ’ τα κασόνια με τη μπαρούτη και τους κάλυκες, κοντά στην ψυχρή επιφάνεια των βλημάτων.
   Η πείνα κι η δίψα τούς είχε εξαντλήσει, ώσπου η Χαρίκλεια πήρε πάλι τη μεγάλη απόφαση· ή θα γλιτώνανε όλοι τους απ’ την αδυναμία ή  θα γυρνούσε πίσω άπραχτη, ζωντανή αλλά κουρέλι ψυχολογικά. Βγήκε έξω απ’ την αποθήκη με χίλιες δυο προφυλάξεις· η λεπτεπίλεπτη μορφή της έμοιαζε με αερικό που εμφανιζόταν κι εξαφανιζόταν μεμιάς, λες και την είχε γεννήσει ένα πλάσμα της φαντασίας.
   Τελικά, ο άνθρωπος γίνεται εύκολα ήρωας και ξεπερνά σε θάρρος τα φυσιολογικά του όρια, όταν νιώθει ότι χάνεται η ζωή του, όταν νιώθει ότι η αγάπη που έχει φωλιάσει στην καρδιά του, θέλει να βρει διέξοδο. Επιθυμούσε να γαληνέψει τον εξαντλημένο αδελφό της, που διαμαρτυρόταν συνεχώς: «Πεινάω… πεινάω…». Πώς να καθίσει άπραχτη, να μην πονέσει η ψυχή της, χωρίς να αναλάβει τις ευθύνες της; Ένας άντρας έλειπε από κοντά τους, μα έπρεπε η Χαρίκλεια ξαφνικά να φερθεί σαν άντρας, να πολεμήσει με την ανθρώπινη αδύναμη φύση, με το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και προσευχήθηκε από μέσα της να ξεφύγει για δεύτερη φορά απ’ τον κίνδυνο.
   Έτσι τρύπωσε σ’ ένα πλουσιόσπιτο, που περιτριγυριζόταν από ένα καμένο περιβόλι. Ανακάλυψε ένα μεγάλο κοτέτσι, όπου οι κότες ήταν ξαπλωμένες καταγής, σκασμένες από την αποπνιχτική ζέστη της φωτιάς. Μία κλώσα είχε σωθεί και κάθονταν κάτω από ένα δέντρο, ενώ γύρω της καφέτιαζαν τα πουλάκια της. Αυτή τη χαρά της μάνας, την απερίγραπτη ευτυχία της ένιωσε μέχρι το μεδούλι η Χαρίκλεια και ζήλεψε την όρνιθα που είχε σώα τα παιδιά της και τους έδινε τις φροντίδες της. Προς μεγάλη της έκπληξη, βρήκε το κελάρι του σπιτιού ανέγγιχτο απ’ τη φωτιά, γεμάτο τρόφιμα.
   Στην καρδιά του Χριστόφορου και της Βασιλείας η Χαρίκλεια κατέλαβε πιο υψηλή θέση, δεν ήταν απλώς αδελφή και κόρη, μα ήρωας και σωτήρας τους. Χορτάσανε και ξεδιψάσανε χάρη σ’ αυτή κι ανάκτησαν τις δυνάμεις τους, την ώρα που η φωτιά πλησίαζε πολύ κοντά κι έπρεπε να εγκαταλείψουνε τις αποθήκες. Πήγανε να μείνουνε απέναντι, στο κτίριο της Σχολής Κιουπετζόγλου. Εκεί οι Τούρκοι μπαινοβγαίνανε με θράσος, άλλοτε ζητούσαν χρήματα κι άλλοτε άρπαζαν κοπέλες και παλικάρια. Ένας ατέλειωτος θρήνος πλημμύριζε το χώρο για την τύχη των παιδιών, που δεν προοιωνιζόταν ευτυχής. ΄Υστερα σκέφτηκαν ότι θα ήταν πιο ασφαλείς στις καλόγριες και μείνανε αρκετές μέρες μαζί τους. Ένας Τούρκος κατέφθασε, λιμπίστηκε τη Χαρίκλεια κι όλο πονηριά τής είπε:
   «Τι κάθεσαι εδώ; Τον πατέρα σου τον έχω εκεί πέρα!».
   Η Βασιλεία, ο Χριστόφορος κι η Χαρίκλεια στράφηκαν και κοίταζαν προς την κατεύθυνση που έδειχνε ο Τούρκος, αλλά δεν έβλεπαν το πρόσωπο που θα τους γέμιζε με χαρά αν το συναντούσαν. Φαινόταν πως έλεγε ψέματα, αλλά η μάνα της την προέτρεψε να φύγει, κάνοντάς της νόημα με το βλέμμα.
   «Ναι», του απάντησε, «περίμενε να ντυθώ».
   Η κοπέλα έφυγε απ’ την πίσω πόρτα, γιατί ήταν σίγουρη ότι η μάνα της θα προστάτευε τον αδελφό της. Τρέχοντας έξαλλη απ’ το φόβο, χωρίς ούτε δευτερόλεπτο να γυρίσει να κοιτάξει πίσω της, έφτασε στην παραλία. Είχε κρυμμένο ένα πουγκί στη φόδρα της φούστας της· όλη της την περιουσία που συγκεντρώθηκε απ’ το χαρτζιλίκι που τής έδινε που και που η ράφτρα, η κυρία  Ηρώ. Ήταν εκατό μπανκανότες που τής έδωσε σ’ έναν βαρκάρη για να την ανεβάσει μόνη της σ’ ένα πλοίο, που θα ταξίδευε για τη Θεσσαλονίκη. Προκειμένου ν’ αποφύγει τον ατίμωση από έναν αλλόθρησκο, προτίμησε να εγκαταλείψει μάνα κι αδελφό. Η μάνα της θα ήταν περήφανη για την κόρη της, που δε θα την έπαιρνε μαζί του ο Τούρκος.
   Η τύχη, όμως δεν την εγκατέλειψε ποτέ. Μέσα στη βιασύνη της, λησμόνησε πως είχε κόψει ένα κλωνί βασιλικό απ’ την αυλή του σπιτιού της. Εκείνος άρχισε σιγά-σιγά να ξεραίνεται, όμως η μοσχοβολιά του ήταν τόσο δυνατή, σαν την ανάμνηση όλων όσων έζησε στα παιδικά και νεανικά της χρόνια στα Σώκια της Σμύρνης.
   Στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης την περίμενε μία έκπληξη κι ένα κακό μαντάτο. Είδε την έκπληξη μπροστά της και γέμισε με ευτυχία. Η μάνα της κι ο αδελφός της είχαν φτάσει σώοι κι αβλαβείς μ’ ένα αμερικάνικο βαπόρι, ανήμερα του Σταυρού 14 Σεπτεμβρίου 1922. Συνάντησε και τον πατέρα της πάνω σ’ ένα κάρο, ήταν πληγωμένος, έπρεπε να μεταφερθεί στο νοσοκομείο.
   Ένας στρατιώτης την κοιτούσε πολλή ώρα εξεταστικά κι άρχισε να την πλησιάζει δισταχτικά. Κούτσαινε, μία σφαίρα του άφησε -φαίνεται- κουσούρι στο δεξί πόδι. Όσο πλησίαζε, τόσο η όψη του έμοιαζε διαφορετική από εκείνη του Αντώνη. Να άλλαξε τόσο πολύ ο αγαπημένος της, ο πόλεμος να επέδρασε τόσο δραματικά στη μορφή του; Όχι, δεν ήταν εκείνος! Ήταν όμως ευλογία Θεού που συναντούσε την κοπέλα. Κρατούσε στα χέρια του μια φωτογραφία κι όλο κοιτούσε μία αυτή, μία την κοπέλα. Ώσπου έδιωξε το δισταγμό του, στάθηκε μπροστά της, μα δεν ήξερε πώς να της μιλήσει, να της πει την άσχημη είδηση… Έτρεμε η φωνή του:
   «Δόξα σοι ο Θεός που σε βρήκα. Να ξέρεις να μην τον περιμένεις! Είτε είσαι αδελφή του είτε αρραβωνιαστικιά του. Βρήκαμε στα πράγματά του τη φωτογραφία σου. Χαρίκλεια δε σε λένε;».
   Η Χαρίκλεια δεν κουνιόνταν, είχε παγώσει το βλέμμα της,  έστεκε σαν άγαλμα. Ο στρατιώτης γύρισε στην πίσω πλευρά της φωτογραφίας, όπου ήταν γραμμένο το όνομά της: «Χαρίκλεια». Εκείνη αναγνώρισε το γραφικό χαρακτήρα του αγαπημένου της.
   Ο στρατιώτης συνέχισε να δίνει εξηγήσεις: «Μετά από συνεχόμενους εξευτελισμούς που αντέξαμε στα τουρκοχώρια, ύβρεις, φτυσίματα, ξυλοφορτώματα, πήραμε πορεία απ’ την Προύσα στα Μουδανιά. Ατελείωτος ο δρόμος, τα χωράφια δεξιά κι αριστερά γεμάτα κορμιά λεβέντικα που είχανε αφανιστεί από τα βόλια, τις τσεκουριές και τις ξιφιές των Τούρκων. Ο ένας μετά τον άλλον πέφταμε κάτω ξεροί, σταματούσαμε μόνο κάθε φορά που εξέπνεε κάποιος δικός μας, να τον θάψουμε, να μην τον φάνε τα όρνια».
   Ταυτόχρονα άνοιξε τις άσαρκες παλάμες του και παρατηρούσε που τα κόκαλα ήταν έτοιμα να ξεπεταχτούν απ’ το δέρμα. Είπε με σβησμένη φωνή και δακρυσμένα μάτια:
   «Με τα ίδια μου τα χέρια τον έθαψα… Ήμουν στον ίδιο λόχο με τον Αντώνη…».
   Τότε η Χαρίκλεια έμπηξε μια στριγκή φωνή κι έπειτα σωριάστηκε ξαφνικά λιπόθυμη. Πολύς κόσμος μαζεύτηκε γύρω της, ο στρατιώτης προσπάθησε να τη συνεφέρει ρίχνοντας στο πρόσωπό της νερό απ’ το παγούρι του. Η μάνα της, της έδινε χαστούκια για να συνέλθει. Μόλις άρχισαν να κινούνται τα δάχτυλά της και τα μάγουλά της να παίρνουν ένα ρόδινο χρώμα, αναζήτησε μέσα στην τσέπη της τον ξεραμένο βασιλικό του σπιτιού της. Τον βρήκε, τον έφερε μπροστά στη μύτη της μυρίζοντας βαθιά. Άνοιξε λίγο τα μάτια της κι έκανε μια ευχή:
   «Όνειρα κι ελπίδες, έρωτες ανεκπλήρωτοι, λύπη κι οργή, πίκρα και πόνος, όλα ας ριζώσουνε εδώ, στην καινούργια πατρίδα!».  

* Αραμπατζής:  Αμαξάς          

**  Το διήγημα βασίστηκε στην μαρτυρία της Βασιλείας Λαμπρούκου: «Τρέξτε… κρυφτείτε!», σελ. 113-116, στην έκδοση της εφημερίδας «Τα Νέα»: «Η Μικρασιατική Καταστροφή» (15 συγκλονιστικές μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τη φρίκη του ξεριζωμού), σε συνεργασία με το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών. 

***  Αριστείο διηγήματος από τον Ελληνικό Πολιτιστικό Όμιλο Κυπρίων της Αθήνας το έτος 2012.

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Εξήντα τρία λουλούδια με στάλες πρωινές.

Είκοσι δύο χρόνια πέρασαν από το τραγικό αεροπορικό ατύχημα, όπου εξήντα τρεις ζωές στο άνθος της ηλικίας τους χάθηκαν άδικα στις 5 Φεβρουαρίου του 1991, όταν αεροπλάνο C-130 συντρίφθηκε στο όρος  Όθρη. Οφείλουμε να τους θυμόμαστε με συγκίνηση πάντοτε!


Ο ακροβάτης του ουρανού, ο ισορροπιστής της νύχτας
του φόβου ο μόνιμος εχθρός, της ελευθερίας ο φίλος.
Εξήντα τρία λουλούδια ακούμπησε με στάλες πρωινές
στα ροδοπέταλα που σπαρταρούσαν στ’ άγγιγμα του ήλιου.
Έσκυψε και υποκλίθηκε στα σφραγισμένα βλέφαρα,
στις πληγωμένες φτερούγες των χελιδονιών.
Γονάτισε και έκλαψε για της ζωής τα εφήμερα παιχνίδια
κι όταν τους κοίταξε βαθιά, θυμήθηκε τη μάνα τους·
ο θρήνος της σαν τον άνεμο τον πολιορκούσε χρόνια.

Η μνήμη έφερε ξανά τη δυνατή φωνή του:
«Εδώ είναι ο τόπος μου, εδώ είναι η γη μου».
Μα εσύ δεν ρίζωνες ποτέ, του ουρανού παιδί,
ερωτευμένος με τις νύμφες του γαλάζιου,
της άνοιξης ανθός χανόσουνα στο απόγειο της δόξας σου
κι έπεφτες, έπεφτες στη γη για να φιλήσεις τις θαυμαστές ακρογιαλιές της.
Ύστερα όμως ανέβαινες στα σύννεφα ψηλά
να νιώσεις παντοκράτορας, κυρίαρχος της αιώνιας φυγής σου!

Λίγο θα ήταν ένα δάκρυ να δροσίσει την απόκρημνη πλαγιά της Όθρυς
όπου έπεσαν οι νέοι, αν και αρνήθηκαν πολλές φορές το θάνατο
για τ’ άπειρο γαλάζιο της Ελλάδας!
Ο νους τους ήταν καθαρός, το πνεύμα τους ανθηρό
και η ψυχή τους από χρυσό ατόφιο.

Εξήντα τρεις φωτιές π’ άναψαν οι ζωές τους ξαφνικά,
εξήντα τρία λουλούδια με στάλες πρωινές
ακούμπησε πάνω τους ο ακροβάτης του ουρανού,
του φόβου ο μόνιμος εχθρός, της ελευθερίας ο φίλος.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ: "ΠΙΚΡΕΣ ΡΙΖΕΣ, ΓΛΥΚΕΙΣ ΚΑΡΠΟΙ" ΤΟΥ ΛΕΥΤΕΡΗ ΛΑΖΑΡΙΔΗ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ "Α. ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ".

Πολύ ενδιαφέροντα σεμινάρια πραγματοποιούνται από την "Ανοιχτή Τέχνη" στην Αθήνα.

      

Φιλελλήνων & Ναυάρχου Νικοδήμου 2, Σύνταγμα, 210 3227188,

η  ΑΝΟΙΧΤΗ ΤΕΧΝΗ
σεμινάρια - διαλέξεις - δράσεις
για τις τέχνες και τον πολιτισμό!


Δημιουργήσαμε την ΑΝΟΙΧΤΗ ΤΕΧΝΗ, επειδή:

 •    η Απόκτηση Γνώσεων δεν Σταματάει Ποτέ!
 •    η Γνώση είναι η γοητευτικότερη περιπέτεια του ανθρώπου και η αποτελεσματικότερη  Αντίσταση!
 •    η απόκτηση νέων Εφοδίων είναι πολλαπλώς απαραίτητη και χρήσιμη, σε επαγγελματικό και προσωπικό επίπεδο!
 •    η Αξιοποίηση των Δυνατοτήτων κάθε ανθρώπου δεν έχει ημερομηνία λήξεως!
 •    σεβόμαστε την Διαρκή Ανάγκη των ανθρώπων για Μάθηση και Άνθιση του Νου!
 •    η σημερινή κατάσταση επιβάλλει να αρθούν όλοι στο ύψος των  περιστάσεων και ειδικά οι Δημιουργοί να διδάξουν την Αλήθειά τους με άξονα την Τέχνη που υπηρετούν!

Καταθέτουμε, λοιπόν,  με απόλυτη αίσθηση ευθύνης την ταυτότητά μας,
 τα ονόματα των διδασκόντων στην ΑΝΟΙΧΤΗ ΤΕΧΝΗ, που φιλοδοξούμε να μετατρέψουμε, με την συμμετοχή και την παρουσία σας, σε ζωντανή κυψέλη Πολιτισμού, Γνώσης και Δημιουργίας! Για πρώτη φορά τόσες προσωπικότητες μαζί, στα ίδια σεμινάρια!

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ: Διήγημα: Σωτήρης Δημητρίου - Mυθιστόρημα / Δημιουργική γραφή: Αλέξανδρος Ασωνίτης - Μυθιστορηματικοί  ήρωες: Κωνσταντίνος Τζαμιώτης
ΠΟΙΗΣΗ: Γιάννης Υφαντής -  Γιώργος  Χρονάς ΣΤΙΧΟΥΡΓΙΚΗ: Αγαθή Δημητρούκα ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ: Βασίλης Καραποστόλης ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ:  Βασίλης Α. Κύρκος ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ: Χρίστος Δάλκος ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ: Κωνσταντίνος Φύσσας
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑ: Σταύρος  Λυγερός  -  Γιάννης Τριάντης ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ: Νίκος Αλευράς  -  Γιάννης Οικονομίδης* - Τάκης Σπυριδάκης ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ: Διονυσία Κοπανά ΣΕΝΑΡΙΟ: Δώρης Αυγερινόπουλος ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ: Δώρης Αυγερινόπουλος ΘΕΑΤΡΟ:  Μάνια Παπαδημητρίου, Μαρία Κυριάκη, Άννυ Λούλου ΕΝΔΥΜΑΤΟΛΟΓΙΑ/ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΙΑ: Γιάννης  Μετζικώφ ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ: Ιστορία Τέχνης: Θανάσης Μουτσόπουλος - The making of art: Κορνήλιος Γραμμένος - Ζωγραφική: Γεωργία  Δαμοπούλου - Ιστορία  Αρχαίας Ελληνικής Τέχνης & Αρχιτεκτονικής: Ευθύμης Λαζόγκας ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Στέλιος Σκοπελίτης  -  Σπύρος Στάβερης ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ: Σύσση Καπλάνη  ΙΣΤΟΡΙΑ-ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΛΑΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ: Αλέξανδρος Ασωνίτης EDITING: Ελεάννα Λαμπάκη ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Νίκος Γάσπαρης,  Αγαθή Δημητρούκα ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ: Αλέξανδρος Ασωνίτης: Ελληνισμός-Χριστιανισμός: Φίλοι, συγγενείς ή εχθροί; Κωνσταντίνος Τζαμιώτης: Η ιστορία της Ελλάδας του 19ου και 20ου αιώνα μέσα από την λογοτεχνία της
ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ ΣΤΙΧΟΥΡΓΙΚΗΣ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ & ΕΦΗΒΟΥΣ: Αγαθή Δημητρούκα
ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ & ΕΦΗΒΟΥΣ: Ελένη Παλλέ - Κωνσταντίνος Φύσσας
*Ο Γιάννης Οικονομίδης θα συμμετάσχει από τον Φεβρουάριο του 2013.

ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ- ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ (με ελεύθερη συμμετοχή-είσοδο)

Στο πλαίσιο της λειτουργίας της  ΑΝΟΙΧΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ θα πραγματοποιούνται κάθε Σάββατο ή Κυριακή απόγευμα,  ομιλίες και διαλέξεις,  που θα απευθύνονται και στους συμμετέχοντες και στο ευρύ κοινό, από διακεκριμένους δημιουργούς και προσωπικότητες, όπως, μεταξύ άλλων,  οι:

•    Δημήτρης Δασκαλόπουλος, ποιητής, κριτικός, ειδικός ερευνητής του Σεφέρη και του Καβάφη.  •   Μάνος Ελευθερίου, ποιητής, συγγραφέας, στιχουργός
•    Λεύκιος Ζαφειρίου, ποιητής, συγγραφέας, ειδικός ερευνητής του Κάλβου, που ανακάλυψε την χαμένη, πρώτη ωδή: «Ελπίς Πατρίδος»  •    Βασίλης Καραποστόλης, καθηγητής πανεπιστημίου, συγγραφέας •    Θωμάς Κοροβίνης, συγγραφέας, μουσικός  •    Πάνος Κουτρουμπούσης, συγγραφέας, εικαστικός •    Βασίλης Κύρκος, ομότιμος καθηγητής φιλοσοφίας του Κ.Π.Α, ο πρώτος μεταφραστής του συνόλου των Προσωκρατικών φιλοσόφων •    Γιάννης Τριάντης, δημοσιογράφος •    Γιώργος Χρονάς, ποιητής, εκδότης

 Επίσης, θα λαμβάνουν χώρα παρουσιάσεις συγκεκριμένων βιβλίων ή ολόκληρου του  έργου γνωστών και καταξιωμένων συγγραφέων,  θα διοργανώνονται συναυλίες, χωρίς μικροφωνική εγκατάσταση, και εικαστικοί καλλιτέχνες θα παρουσιάζουν οι ίδιοι την δουλειά τους.



Ανοιχτή Τέχνη
Φιλελλήνων & Ναυάρχου Νικοδήμου 2, Σύνταγμα
www.anoixtitexni.gr
τηλ.210 32 27 188


ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΧΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ:

 ΔΕΥΤΕΡΑ 
·        6:00-8:00   Ενδυματολογία-Σκηνογραφία
Γιάννης  Μετζικώφ:  Οι Μεταμορφώσεις στο  Θέατρο
·        6:00-8:00  Δημιουργική  Γραφή
Αλέξανδρος Ασωνίτης:   Δημιουργική  Γραφή
·        6:00-8:00  Ποίηση
Γιάννης Υφαντής:  Επιστροφή στην ανθρώπινη φωνή
·        6:00-8:00  Δημοσιογραφία
Γιάννης Τριάντης:   Πολιτική και Δημοσιογραφία

·        8:00-10:00    Ζωγραφική
Γεωργία  Δαμοπούλου: Εργαστήριο Ζωγραφικής
·        8:00-10:00    Ραδιόφωνο
Σύσση Καπλάνη: Μέρες Ραδιοφώνου
·        8:00-10:00   Ανθρωπιστικές σπουδές
Κωνσταντίνος Τζαμιώτης: Η Ιστορία της Ελλάδας μέσα από την  Λογοτεχνία της

 ΤΡΙΤΗ
·        6:00-8:00   Φιλοσοφία
Βασίλης Κύρκος: Εισαγωγή στην φιλοσοφία των Προσωκρατικών
·        6:00-8:00    Κινηματογράφος
Τάκης Σπυριδάκης: Ο Ηθοποιός στον Κινηματογράφο
·        6:00-8:00  Φωτογραφία 
Στέλιος  Σκοπελίτης: Η Φωτογραφία και η ηθική της στον ψηφιακό κόσμο

·        8:00-10:00   Ιστορία Τέχνης
Θανάσης Μουτσόπουλος:  Ιστορία Τέχνης
·        8:00-10:00   Θέατρο
Μαρία Κυριάκη: Θεατρικός Αυτοσχεδιασμός

 ΤΕΤΑΡΤΗ
·        6:00-8:00  Ντοκυμαντέρ
Διονυσία Κοπανά:  Η Τέχνη και η Τεχνική του Δημιουργικού Ντοκιμαντέρ
·        6:00-8:00  Δημοσιογραφία
Σταύρος  Λυγερός:  Ελληνική Εξωτερική Πολιτική - Εθνικά θέματα
·        6:00-8:00   Σκηνοθεσία Κινηματογράφου 
Νίκος Αλευράς:  10 Ανα-τρεπτικά μαθήματα για τη Φιλοσοφία και τον Κινηματογράφο

·        8:00-10:00  Θέατρο
Μάνια Παπαδημητρίου: Το σασπένς στην Αφήγηση
·        8:00-10:00  Πεζογραφία
Κωνσταντίνος Τζαμιώτης: Δημιουργώντας ήρωες- Λόγια, Πράξεις, Κίνητρα


 ΠΕΜΠΤΗ

·        6:00-8:00  Φωτογραφία
Σπύρος Στάβερης: Εμμονή στην εικόνα
·        6:00-8:00 Ποίηση
Γιώργος  Χρονάς: Μάθημα αναπνοής
·        6:30-8:30  Πολιτισμός και Επικοινωνία
Βασίλης Καραποστόλης: Ο  σύγχρονος κόσμος και η τέχνη του βίου
·        6:00-8:00   Επιμέλεια Κειμένου
Ελεάννα Λαμπάκη:  Editing - Ελληνικά και Μεταφρασμένα Κείμενα

·        8:00-10:00 Ιστορία Ρεμπέτικου Τραγουδιού
Αλέξανδρος Ασωνίτης:  Φιλοσοφία και  Ιστορία του Ρεμπέτικου και Λαϊκού Τραγουδιού
·        8:00-10:00   Κινηματογράφος
Δώρης Αυγερινόπουλος:  Συγγραφή και Διασκευή Σεναρίου -  Ιστορία Κινηματογράφου
·        8:00-10:00 Διδασκαλία  Αρχαίων  Ελληνικών
Χρίστος  Δάλκος:  Διδασκαλία  της Αρχαίας  Ελληνικής
·        6:00-8:00  Μετάφραση
Νίκος  Γάσπαρης: Μετάφραση από τα Αγγλικά

 ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

·        6:00-8:00   Πεζογραφία
Σωτήρης  Δημητρίου:  Συνομιλίες για το  Διήγημα
·        6:00-8:00  Αρχαιολογία
Ευθύμης Λαζόγκας: Ιστορία  Αρχαίας Ελληνικής Τέχνης & Αρχιτεκτονικής
·        6:00-8:00  Θέατρο
Άννυ Λούλου: Θεατρικός Αυτοσχεδιασμός
·        6:00-8:00  Εικαστικά
Κορνήλιος  Γραμμένος: The making of art

·        8:00-10:00 Λογοτεχνία
Αγαθή  Δημητρούκα:  Στιχουργική
·        8:00-10:00  Ανθρωπιστικές σπουδές
Αλέξανδρος Ασωνίτης:  Ελληνισμός- Χριστιανισμός : Φίλοι, συγγενείς ή εχθροί;
·        8:00-10:00  Ψυχολογία
Κωνσταντίνος Φύσσας: Προσέγγιση του ανθρώπινου ψυχισμού μέσω της ψυχολογίας, της ψυχανάλυσης και στοιχείων ψυχοπαθολογίας

ΣΑΒΒΑΤΟ

·        11:00-1:00   Εργαστήρι Ζωγραφικής για παιδιά & εφήβους
Ελένη Παλλέ / Κωνσταντίνος Φύσσας: Εργαστήρι Ζωγραφικής για παιδιά & εφήβους
·        1:00-3:00   Εργαστήρι Στιχουργικής για παιδιά & εφήβους
Αγαθή  Δημητρούκα: Δείχνοντας στα παιδιά πώς να γράφουν στίχους για ποιητικά τραγούδια


Διάρκεια σεμιναρίων: 10 εβδομάδες
Συμμετοχή-εισφορά των φίλων της ΑΝΟΙΧΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ για την πραγματοποίηση του σεμιναρίου: 290

ΟΙ ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΞΕΚΙΝΗΣΑΝ!!!

v      Η γραμματεία της ΑΝΟΙΧΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ για τις εγγραφές λειτουργεί  Δευτέρα -Σάββατο: 5-10 μμ στο Σύνταγμα επί της οδού Φιλελλήνων & Ναυάρχου Νικοδήμου 2
(1ος όροφος) -πλησίον Μετρό Συντάγματος.
v      Τηλέφωνα για πληροφορίες και εγγραφές:  210 32 27 188
v      Για την προεγγραφή θα πρέπει να καταβάλλετε στην γραμματεία το 30-50% ή το σύνολο της εισφοράς 

ΕΙΔΙΚEΣ ΕΚΠΤΩΣΕΙΣ:
· Όποιος δηλώσει συμμετοχή σε δύο, ή και περισσότερα, μαθήματα την ίδια περίοδο ή δηλώσει συμμετοχή για τον επόμενο κύκλο, σε οποιοδήποτε σεμινάριο, η τρίμηνη εισφορά για το καθένα από αυτά είναι:  250 €
· Για φοιτητές & ανέργους (με την επίδειξη της κάρτας) η τρίμηνη συμμετοχή είναι: 240 €

ΕΙΔΙΚΑ ΟΦΕΛΗ μελών των «φίλων» της ΑΝΟΙΧΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ:
Σε όλους τους συμμετέχοντες δίδεται, με την εγγραφή ειδική κάρτα μέλους των «φίλων» της ΑΝΟΙΧΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ με την οποία έχουν:    
•    Σε όλους τους συμμετέχοντες που θα ολοκληρώσουν τον κύκλο του σεμιναρίου δίνεται βεβαίωση παρακολούθησης υπογεγραμμένη από την διεύθυνση και τον διδάσκοντα.
·  35% ΕΚΠΤΩΣΗ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ!*
·  20% ΕΚΠΤΩΣΗ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΛΙΒΑΝΗ!*
·  35% ΕΚΠΤΩΣΗ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΑΣΤΑΡΤΗ!*
·  Προτεραιότητα σε όλες τις εκδηλώσεις, διαλέξεις, δράσεις της ΑΝΟΙΧΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ.
·  ΕΚΠΤΩΣΗ σε επιλεγμένα parking της περιοχής

***ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΑΠΟ ΤΑ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΑ:
ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ: ΖΑΛΟΓΓΟΥ 11, ΑΘΗΝΑ
ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΛΙΒΑΝΗ: ΣΟΛΩΝΟΣ ΚΑΙ ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ, ΑΘΗΝΑ
ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΑΣΤΑΡΤΗ: ΚΑΛΛΙΔΡΟΜΙΟΥ 20,ΑΘΗΝΑ


ΑΝΟΙΧΤΗ ΤΕΧΝΗ
Φιλελλήνων & Ναυάρχου Νικοδήμου 2,
Σύνταγμα, 105 57, ΑΘΗΝΑ
(1ος όροφος, Δευτέρα - Παρασκεύη: 4-10 μμ)
www.anoixtitexni.gr
info@anoixtitexni.gr
210 32 27 188